επιλαρχία

η (Α ἐπιλαρχία) [επίλαρχος]
νεοελλ.
υποδιαίρεση συντάγματος ιππικού αντίστοιχη με τάγμα πεζικού
αρχ.
στρατιωτική μονάδα τών Μακεδόνων κυρίως, από δύο ίλες (δηλ. εκατόν είκοσι οκτώ ιππείς).

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἐπιλαρχία — ἐπιλαρχίᾱ , ἐπιλαρχία double fem nom/voc/acc dual ἐπιλαρχίᾱ , ἐπιλαρχία double fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • επιλαρχία — η υποδιαίρεση συντάγματος ιππικού ή θωρακισμένων αντίστοιχη προς τάγμα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἐπιλαρχίας — ἐπιλαρχίᾱς , ἐπιλαρχία double fem acc pl ἐπιλαρχίᾱς , ἐπιλαρχία double fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιλαρχίαι — ἐπιλαρχίᾱͅ , ἐπιλαρχία double fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιλαρχίαν — ἐπιλαρχίᾱν , ἐπιλαρχία double fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Dimitrios Grapsas — Born 1948 Ypati Allegiance Greece …   Wikipedia

  • ταραντιναρχία — ἡ, ΜΑ [ταραντίναρχος] λόχος ιππέων από 256 άντρες, διπλή επιλαρχία …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.